Κερδίζει άραγε το καλό ή το κακό?
Ο ήλιος άρχισε να σβήνει δειλά δειλά.. ήταν μια γλυκιά μέρα του καλοκαιριού που μόνο νοσταλγία ξυπνούσε.. νοσταλγία για επιθυμίες που δεν εκφράστηκαν, για πάθη που δεν ολοκληρώθηκαν, για ευχές που δεν εισακούστηκαν, για τα "σ'αγαπω" που ποτέ δεν ειπώθηκαν..
Ο Αλέξανδρος, επιτυχημένος επαγγελματίας υγείας, σοβαρός, αυθεντικός κ ευθύς, πολλές φορές παρεξηγησιμος από την ειλικρίνεια που τον διέκρινε σαν άνθρωπο.
Η Ελπίδα, μια όμορφη κ ντροπαλή νοσηλεύτρια, πολύ έντονα λάτρης του αντικειμένου της, με απίστευτη δίψα για κάθε επιπλέον γνώση.
Η Ελπίδα μόλις πήρε το πτυχίο της κ είναι στην έναρξη της καριέρας της. Αισιόδοξη, γλυκιά, πολλές φορές αφελής λόγω της αθωότητας της, παλεύει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των συναδέλφων της, να μάθει όσο περισσότερα γίνεται, να σταθεί γρήγορα στα πόδια της.
Με την επιμονή της κατάφερε να κάνει δύο πράγματα: α) να μάθει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα πληθώρα νοσηλευτικών πράξεων κ συνεπώς κέρδισε την εμπιστοσύνη πολλών ιατρών, ανάμεσα σε αυτών κ του Αλέξανδρου, β) να την αντιπαθησουν οι συνάδελφοι της κ να κάνουν τη ζωή της δύσκολη σε κάθε ευκαιρία.
Στο ορθοπεδικό τμήμα, οι σποντες έδιναν κ έπαιρναν σε καθημερινή βάση, η τοξικότητα φάνταζε με μαύρο σύννεφο που μετά βίας κρατιόταν κ δεν εριχνε τα καρεκλοποδαρα του σε βάρος της Ελπίδας κ αυτό γιατί ήταν αγαπητή από όλους τους ιατρούς μα κ από τους ασθενείς.. κάτι που ενοχλούσε κ έτρωγε με μανία τη σάρκα κ το μυαλό των υπολοίπων συναδέλφων της. Απορούσαν όλοι τους.. "Τι κάνει? Τι έχει κ τρελαίνει έτσι τους γιατρούς?" Αναρωτιοντουσαν οι συνεργάτες της.
Παρόλη την τοξικότητα στο εργασιακό της περιβάλλον, η Ελπίδα ένιωσε να ανάβει μια σπίθα στη καρδιά της, αντικρίζοντας κάθε φορά τον Αλέξανδρο. Τα αστειακια έδιναν κ έπαιρναν αλόγιστα, κάθε φορά που συναντιόντουσαν, τα μάτια σπινθηριζαν κ η φωνή έπαιρνε μια απίστευτα γλυκιά χροιά.. κοιτάζοντας τον, απομονωνε όλους τους υπόλοιπους κ ένιωθε να είναι μόνη μαζί του, έτσι πίστευε πως τον προστάτευε από τις λέαινες του τμήματος.
Τα αισθήματα φάνηκε με τον καιρό ότι ήταν αμοιβαία, μιας που ο Αλέξανδρος ένιωθε το ίδιο όμορφα για την Ελπίδα. Δεν άργησε να έρθει η στιγμή να βρεθούν εκτός νοσοκομείου, σε κάποιον καφενέ, που θύμιζε πολύ σαν να είναι βγαλμένο από παραμύθι. Τα βλέμματα πυροδοτήθηκαν όταν συναντήθηκαν, οι παλμοί αυξήθηκαν, ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει.. όλα μαρτυρούσαν ότι έχει ερωτευτεί ο ένας τον άλλο κ επιβεβαιώθηκε το γεγονός με το πρώτο γλυκό φιλί τους.
Ο έρωτας τους ήταν κρυφός από όλους κ από όλα, μέχρι να βεβαιωθούν ότι θα γίνει σοβαρή η σχέση τους. Μέχρι που μια μέρα στον παραμυθένιο καφενέ βρέθηκε μια συνάδελφος της Ελπίδας, η οποία σε χρόνο ταχύτατο διέδωσε σε όλο το νοσοκομείο κυριολεκτικά ότι έχουν σχέση.
Από τότε το τι πόλεμο, σχόλια, κατακρισεις, απαξιωτική συμπεριφορά αντιμετώπιζε η Ελπίδα από τις λέαινες του τμήματος της δεν περιγράφεται, τόσο που της ήταν αδύνατο να συνεχίσει να εργάζεται εκεί. Έτσι, ένα πρωινό το αποφάσισε, μάζεψε όση περηφάνια της είχε απομείνει κ πήγε να παραιτηθεί. Δεν αποχαιρέτησε καμία λέαινα, ήταν τόσο πικραμένη μαζί τους που δεν ήθελε να της ξαναδεί ούτε ζωγραφιστες.
Ο Αλέξανδρος, γνωρίζοντας όλο το παρασκήνιο κ το πόσο πολύ υπέφερε εξαιτίας τους η αγαπημένη του, αποφάσισε να κάνει τώρα αυτός με τη σειρά του, τη ζωή των πρώην συναδέλφων της Ελπίδας κόλαση. Έφτασαν σε σημείο να παρακαλούν να μην τύχουν σε εφημερία τον Αλέξανδρο.. Της ήπιε το αίμα κυριολεκτικά.. Έτσι μόνο θα ησύχαζε το μέσα του για την βάναυση συμπεριφορά τους απέναντι στον έρωτα της ζωής του.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου